ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΥΡΟΒΟΛΟ ΧΙΟ

Έψαλλεν η θάλασσα και γεννήθηκε η Χίος με τις δαντέλλες της ,

τ’ ακρογιάλια της , με κρυφές σπηλιές καλοκαμωμένες

από τον Ποσειδώνα για τις Νηρηίδες και τους Τρίτωνες ,

που σαλπίζουν και σηκώνεται τραγούδι δυνατό ,

ονειρικό και κύματα ανταριασμένα .

Χίος , το μοσχομυρισμένο νησί , που άνοιξαν οι ουρανοί

και το μοίραναν για να ξεσηκώνει τις καρδιές ,

να πλάθει ανθρώπους με ψυχή, για να τρέχει

στις φλέβες τους ο πόθος να μεθούν με τα νερά τα πολυκύμαντα .

Η θάλασσα μας σηκώνει στα νερά της  , μας χαϊδεύει ,

μας αγκαλιάζει με τα χρώματα της και παίζει με τον μπάτη

κρυφά , ευλογημένα παιγνίδια και γαληνεύουν οι καρδιές ,

ακούγεται τραγούδι γλυκόλαλο που σπέρνει στις ψυχές δύναμη ,

κουράγιο και έρωτες θαλασσινούς, γεμάτους μυστικά και γυτιές .

Και οι γαλαξίες οδηγούν τους ναυτικούς μας σ’ ευλογημένα λιμάνια

με φάρους ολόλαμπρους ακούγοντας τα λόγια των θεών

που ευλογούν τον τόπο μας , τις μυρωδιές μας ,τα περιβόλια μας ,

την γνώση μας την σοφία μας , την άγια φιλοξενία των γυναικών μας τώρα ,

 και των γιαγιάδων μας που χαμογελώντας ,χάριζαν βασιλικό στους διαβάτες ,

σαν μνήμη από το πέρασμα τους .

Τόπος πλατύς ,ονειρεμένος ,βασανισμένος , ξοδεμένος και ξαναγεννημένος 

από αμίλητες πίκρες , σφαγές και συμφορές μέσα από τον κάτω κόσμο ,

ξαναγεννήθηκες όμορφο , ονειρεμένο νησί και ο Θεός σε όρισε για τον παράδεισό του .

Πατεράδες , παππούδες ,προπάπποι σ’ ένα τιμόνι , όλοι ποτισμένοι

με το θαλασσινό νερό , παίρνανε μαζί τους τις μνήμες αγκαλιά ,

σαν μια ψευδαίσθηση  και την εικόνα των δικών τους .

Και κάτι θεϊκό όριζε τις τύχες τους , το ριζικό τους,

την επιστροφή στα θεια χώματα του ευλογημένου τόπου .

Και ο Άγιος Νικόλας  ,αγκαλιά με τα βαπόρια και τις βάρκες ,

προστασία και παρηγοριά για τα ατελείωτα ταξίδια ,

παρηγοριά για τη γυναίκα και τα παιδιά , που με θολά μάτια

κοιτούν το απέραντο γαλανό νερό με αγωνία ,κρατά δυνατά

τα παλαμάρια του αγώνα , την απαντοχή της λησμονιάς και τις  ψυχές ,

μην και τις γκρεμίσει ο τρελλοβοριάς άβουλες στα πέλαγα .

Και η ομορφιά , βλέποντας το χιλιοστόλιστο νησί , ζηλεύει,

κοιτώντας δακρυσμένη , στοχάζεται πάνω στου νερού τα

 χίλια χρώματα και τραγουδά τραγούδια ατελείωτα θαλασσινά ,

με την αύρα να σιγοντάρει σιγοψιθυρίζοντας τον όμορφο σκοπό  ,

όταν υψώνεται η Ζωή από το θάνατο,δαφνοστεφανωμένη και δυνατή . 

-2-

Αθώα  μας ζωγραφίζει το αύριο την ψυχή , με θειες πινελιές και αρώματα

 που διώχνουν τα τρυφερά σκοτάδια για να ξημερώσει το φως της αμφιλύκης ,

αφρόπλαστο , κυματιστό που μας ευφραίνει με μυρωδιές και φύκια  

κι’ ευχές που τ’ όμορφο νησί χαρίζει με μουσικές και τραγούδια . 

Και η γενναιότητα σβήνει τους λόγους του Μπάιρον « που οι Τούρκοι διαβήκαν ,

χαλασμός , θάνατος πέρα ως πέρα , Η Χίο τ’ όμορφο νησί , μαύρη απομένει ξέρα .»

Έρχονται τώρα τα πουλιά και κελαηδούν την νέα μέρα και κανείς πια δεν αποκτά

καινούργια πατρίδα από μας ,  δεν μας διώχνει κανείς πια από τη Μυροβόλο Χίο.

Γιατί το νησί μας, Ελεύθερο  πια μας χαιρετά  , ο Άγιος Μηνάς μας γνέφει δακρυσμένος

με την Παναγιά,  οι εκκλησιές μας αχολογούν και τα σήμαντρα, όλα  χτυπούν, και μείς ,

 εδώ πάντα θα επιστρέφουμε , εδώ θα προσκυνάμε , στον μοσχοβολημένο τόπο

με τα καραβόσπιτα ,που μας καλεί , μας γνέφει και ακουμπάμε την καρδιά μας

πάνω στους σπάρτους , το θυμάρι , τη μαστίχα ,τους λαλάδες . 

Και όλα αυτά γίνονται με το θαύμα της θάλασσας ,που με γαλήνιες μελωδίες

μιας συνεχούς Άνοιξης , κάλλους και Αιγαίου Φωτός  και φεγγαρόλουστες νυχτιές ,

μοσχοβολούν Ελλάδα, με το βλέμμα πάντα στραμμένο στους μακρινούς ορίζοντες

ενός πανάρχαιου πολιτισμού ,γεμάτου φως .

 Αναστασία Κατσικογιάννη –Μπάστα

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΝ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΑΒΕΡΩΦ .

ΜΕ ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΣΕΒΑΣΜΟ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ